Μήν περιμένεις ποτέ
να σε καταλάβει κανένας. Μόνον ο Θεός.
Οσία Γαβριηλία
(✞ 28 Μαρτίου 1992)
Γῆθεν μεταστὰς πρὸς Θεὸν Παῦλος Λόγον,
Τῆς
ἁπλότητος πολλαπλᾶ στέφη λάβοι.
Ο Όσιος Παύλος ονομάστηκε «απλός», διότι ήταν αμαθής
γεωργός που δεν γνώριζε τίποτα από τις έθιμοτυπίες του κόσμου. Τον στόλιζε όμως
άκακο ήθος και ήταν τέλειος αγαθός ισραηλίτης, χωρίς καμμιά πονηριά και δόλο.
Μέχρι τα εξήντα του, οι γεωργικές εργασίες ήταν ή κύρια ασχολία του. Αλλά η
σύζυγος του ήταν εντελώς διαφορετική. Αυτή έκανε τη δήθεν ευγενή, διότι έζησε
κάποτε σαν υπηρέτρια στην πόλη. Κορόιδευε λοιπόν τον Παύλο σαν κουτό και
ανόητο, που χάνεται με τους σταυρούς και ξόδευε την ώρα της άνεσης του με
προσευχές και ψαλμούς. Μέχρι που έφτασε στο σημείο να προδώσει τη συζυγική της
πίστη!
Ο Παύλος, όταν βεβαιώθηκε αυτό, γέμισε από πολλή
θλίψη και πίκρα. Στέναξε βαθειά, προσευχήθηκε και αποφάσισε να την αφήσει και
να φύγει μακριά. Πήγε δε στην έρημο, κοντά στον Μέγα Αντώνιο.
Στο νέο αυτό στάδιο της ζωής του ο Παύλος, ανέπτυξε
εξαίρετες ασκητικές αρετές. Θερμός στην ευσέβεια του, άδολος στην καρδιά του,
ταπεινός στα φρονήματα του, πράος στο ήθος του, στολιζόταν από τα ωραιότερα
χριστιανικά άνθη και είλκυσε την αγάπη του αγίου Αντωνίου. Ο Θεός μάλιστα, του
έδωσε και το χάρισμα να θαυματουργεί, και έτσι θεράπευσε πολλούς
δαιμονισμένους.
Κοιμήθηκε σε βαθιά γεράματα στα βάθη της ερήμου και
έμεινε σαν το γνησιότερο κάτοπτρο της θείας αγαθότητας.
Πηγή: https://www.saint.gr/
Bαΐα
κρατών, ή δε σταυρόν παμμάκαρ,
Eύθυμος
Eυθύμιε, χωρείς προς ξίφος.
Σταυρός
βαΐα, και πόλου κληρουχία.
Έπαθλα
λαμπρά, Ευθύμιε σων πόνων.
Εικάδι
δευτερίη τον Ευθύμιον άνομοι κέρσαν.
Ο Άγιος Οσιομάρτυς Ευθύμιος, κατά κόσμο Ελευθέριος,
καταγόταν από πλούσια οικογένεια της Δημητσάνας. Εκπαιδεύτηκε στη σχολή της
πόλεως αυτής και συνέχισε τις σπουδές του, μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη, στην
Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως. Στην συνέχεια μετέβη στο Ιάσιο της
Ρουμανίας, όπου βρισκόταν ο πατέρας του με τα μεγαλύτερα αδέλφια του Γεώργιο
και Χρήστο.
Ο Ελευθέριος αποφάσισε να έλθει στο Αγιο Όρος, για
να καρεί μοναχός. Μην μπορώντας όμως να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, λόγω
των συνθηκών που επικρατούσαν, μετέβη στο Βουκουρέστι, όπου παρέμεινε κοντά στο
Γάλλο πρόξενο, έπειτα δε σε Ρώσο ανώτερο αξιωματούχο. Αργότερα προσκολλήθηκε σε
κάποιους Τούρκους και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του προς την
Κωνσταντινούπολη αρνήθηκε τον Χριστό, εξισλαμίσθηκε και ονομάσθηκε Ρεσίτης.
Αμέσως μετά την περιτομή του, αισθανόμενος τύψεις
συνειδήσεως, ζητούσε να επανέλθει στην πατρώα πίστη. Ήλθε, λοιπόν, στην
Κωνσταντινούπολη και από εκεί, αφού διευκολύνθηκε από τη Ρωσική πρεσβεία,
έφθασε στο Αγιο Όρος, όπου συνάντησε στη Λαύρα τον Πατριάρχη Αγιο Γρηγόριο τον
Ε', προς τον οποίο εξομολογήθηκε τα αμαρτήματά του και έτυχε από αυτόν
προστασίας και παρηγοριάς. Αφού περιήλθε πολλές σκήτες και μονές
εξομολογούμενος την εξωμοσία του και ζώντας με προσευχή, άσκηση και νηστεία, εκάρη
μοναχός με το όνομα Ευθύμιος.
Προπεμφθείς από πολλούς μοναχούς του Αγίου Όρους,
έφθασε στο Γαλατά της Κωνσταντινουπόλεως στις 19 Μαρτίου του 1814 μ.Χ.,
συνοδευόμενος από έναν μοναχό με το όνομα Γρηγόριος . Αφού εκοινώνησε των
Αχράντων Μυστηρίων κατά την Κυριακή των Βαΐων, έβγαλε το μοναχικό ένδυμα,
ντύθηκε με τουρκικά ενδύματα, έβαλε μετάνοια στο συνοδίτη μοναχό Γρηγόριο και
ξεκίνησε την πορεία προς το μαρτύριο. Παρουσιάσθηκε ενώπιον του βεζίρη Ρουσούτ
πασά και, αφού καταπάτησε ενώπιον αυτού το τουρκικό φέσι, ομολόγησε τον Ιησού
Χριστό Θεό αληθινό και δήλωσε ότι αρνείται την θρησκεία του Μωάμεθ.
Κατά διαταγή του βεζίρη ο Μάρτυς ρίχτηκε στη φυλακή,
όπου βασανίστηκε σκληρά. Και όταν πάλι προσήχθη για δεύτερη φορά ενώπιον του
άρχοντος, ούτε και αυτήν την φορά δεν ενέδωσε στις κολακείες και στις απειλές.
Με σταθερό φρόνημα και γενναία ψυχή ο Οσιομάρτυς Ευθύμιος ομολογούσε το όνομα
του Κυρίου.
Έτσι αποκεφαλίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 22
Μαρτίου 1814 μ.Χ. Οι συμπατριώτες του, για να τον τιμήσουν, έκαναν ναό στο
όνομα του μαζί με αυτό του εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε' στη
Δημητσάνα.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του Οσιομάρτυρος Ευθυμίου
και την 1η Μαΐου, μαζί με τους συναθλητές του Ιγνάτιο και Ακάκιο.
Ἀπολυτίκιον
Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Ιδρώσιν ασκήσεως προστομωθείς Αθλητά, τους πόνους
υπήνεγκας του μαρτυρίου στερρώς, Ευθύμιε ένδοξε` έδραμες γαρ ως γίγας,
αποθέσθαι την πλάνην, φέρων εν ταις χερσί σου τον Σταυρόν και Βάϊα, , μεθ ων
και στεφανηφόρος Χριστώ, χαίρων παρίστασαι.
Κοντάκιον
Ήχος γ'. Η Παρθένος σήμερον.
Του Σταυρού το τρόπαιον, και τα βαΐα, κατέχων, εν
χερσί Ευθύμιε, κριτή ανόμω παρέστης, ήσχυνας ψευδοπροφήτην εν παρρησία`
εύφρανας τους Ορθοδόξους Θεόν τρανώσας, τον Χριστόν, προς ον πρεσβεύεις, υπέρ
απάντων των σε υμνούντων πιστώς.
Κάθισμα
Ήχος πλ. δ'. Την Σοφίαν και Λόγον.
Ποίημα Κυρίλλου Πρωτοσυγκέλου.
Των αιμάτων την χύσιν και την τομήν, της ιδίας σου
Κάρας, ω Αθλητά, Κυρίω προσήγαγες, ως συνάλλαγμα πρόσφορον` αντ` αυτών δε
απείληφας θαυμάτων, και ζωήν την αιώνιον, Τριάδι ιστάμενος` όθεν και υπήρξας εν
εσχάτοις τοις χρόνοις, αγλάϊσμα ένθεον και πιστοίς παραμύθιον, Οσιομάρτυς
Ευθύμιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις
εορτάζουσι πόθω την αγίαν μνήμην σου.
Πηγή: https://www.saint.gr/
Mύρον
νοητόν ωράθης εξ αγχόνης,
Mύρων
αθλητά δόξα Kρήτης και κλέος.
Ο Άγιος Νεομάρτυς Μύρων καταγόταν από το Μεγάλο Κάστρο
της Κρήτης, το σημερινό Ηράκλειο, και γεννήθηκε από ευσεβείς και φιλόθεους
γονείς. Ο πατέρας του ονομαζόταν Δημήτριος και ήταν δίκαιος και ενάρετος
άνθρωπος. Ο Άγιος ήταν σεμνός και σώφρων, και αγαπούσε υπερβολικά την παρθενία
και την άσκηση. Εργαζόμενος ως ράπτης στο Ηράκλειο συκοφαντήθηκε από τους
Τούρκους, οι οποίοι τον φθονούσαν, ότι δήθεν αποπλάνησε μια Τουρκοπούλα. Στο
δικαστήριο ο Άγιος απέρριψε απολογούμενος την συκοφαντία, αλλά ετέθη σε αυτόν
το δίλημμα του εξισλαμισμού ή του θανάτου. Ο Μάρτυρας Μύρων αποκρίθηκε με
παρρησία ότι δεν αρνείται την πίστη του, αλλά είναι έτοιμος να υποστεί κάθε
βασανιστήριο για την αγάπη του Χριστού, καθώς γεννήθηκε Χριστιανός και
Χριστιανός θέλει να πεθάνει.
Για τον λόγο αυτό τον χτύπησαν ανηλεώς και τον
έριξαν στην φυλακή. Όταν τον έβγαλαν από αυτήν, τον οδήγησαν και πάλι ενώπιον
του κριτού, όπου ο Άγιος επαναλάμβανε συνεχώς ότι ήθελε να πεθάνει ως
Χριστιανός. Έτσι καταδικάσθηκε στον δι' αγχόνης θάνατο. Λίγο πριν από το
μαρτύριο ο Μάρτυρας Μύρων ζήτησε την άδεια από τους δήμιους και πλησίασε τον
πατέρα του. Έπεσε στα πόδια του και του φίλησε το χέρι. Αφού έλαβε την ευχή του
προσήλθε προ των δημίων και μετά από λίγο δέχθηκε το στέφανο του μαρτυρίου.
Ήταν το έτος 1793 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον Ήχος
πλ. α'.
Ηρακλείου το άνθος το ευωδέστατον, ως ευσεβείας σε
μύρον ύμνοις γεραίρομεν, νεομάρτυς του Χριστού Μύρων μακάριε. Συ γαρ νεότητος
ακμήν υπερείδες ανδρικώς και ήθλησας στεροψ’υχως. Και νυν απαύστως δυσώπει,
ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.
Πηγή: https://www.saint.gr/
Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου | Romfea.gr
Θεολόγου - Καθηγητού
Οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας είναι το καύχημά Της,
διότι ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό και την επισφράγισαν με το αίμα
τους.
Αντάλλαξαν την πρόσκαιρη γήινη ζωή τους με την
αιώνια αληθινή ζωή, που δίνει ο ζωοδότης Χριστός.
Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονται και οι Άγιοι
Σαράντα Μάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν στη Σεβάστεια της Μ. Ασίας στις αρχές
του 4ου αιώνα, όταν αυτοκράτορας της Ανατολής ήταν ο ρωμαίος ειδωλολάτρης
Λικίνιος (307-324).
Ήταν όλοι τους νεαροί έφηβοι στρατιώτες και ανήκαν
στο πιο επίλεκτο στρατιωτικό τάγμα της περιοχής.
Οι σκληρότεροι διωγμοί κατά των Χριστιανών, που είχε
αρχίσει ο δεισιδαίμων Διοκλητιανός (284-305), συνεχίζονταν και επί Λικινίου.
Οι διοικητές των επαρχιών είχαν επιφορτιστεί για την
εφαρμογή του διατάγματος, που προέβλεπε την αναγκαστική θυσία στους
ειδωλολατρικούς «θεούς» από όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας, με τη
χορήγηση πιστοποιητικού!
Όσοι αρνούνταν να θυσιάσουν οδηγούνταν με τη βία
μπροστά στα είδωλα, προκειμένου να εξαναγκαστούν είτε με υποσχέσεις, είτε με
βασανιστήρια να προσφέρουν τη θυσία.
Όσοι δεν υπέκυπταν στους εκβιασμούς οδηγούνταν σε
σκληρές ανακρίσεις και υποβάλλονταν σε φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια, και αν
δεν υπέκυπταν, θανατώνονταν με τους πλέον ειδεχθείς τρόπους.
Εδώ αξίζει να διευκρινίσουμε, πως οι θανατώσεις,
όσων δεν θυσίαζαν στα είδωλα, δε γινόταν τόσο για λόγους εκδίκησης, αλλά είχαν
κυρίως χαρακτήρα τελετουργικό.
Θυσιάζονταν στους «θεούς» για να κατευναστεί η μήνη
τους, διότι αυτό απαιτούσαν οι σκοταδιστές ιερείς των ειδώλων από τους
άρχοντες, ως διερμηνείς δήθεν της θέλησης των «θεών»!
Ο έπαρχος της Σεβάστειας Αγρικόλας, εφαρμόζοντας την
αυτοκρατορική διαταγή, καλεί τους άνδρες του στρατεύματος να προσφέρουν την
προβλεπόμενη θυσία. Σαράντα από αυτούς αρνήθηκαν, δηλώνοντας Χριστιανοί.
Ο Αγρικόλας ακολούθησε και εδώ τη γνωστή τακτική,
τάζοντάς τους μεγάλα αξιώματα και τιμές αν προσέφεραν τη θυσία.
Τότε εξ’ ονόματος όλων ο στρατιώτης Κάνδιδος απάντησε
στο φανατικό ειδωλολάτρη έπαρχο: «Ευχαριστούμε για τους επαίνους της ανδρείας
μας.
Αλλά ο Χριστός, στον όποιο πιστεύουμε, μας διδάσκει
ότι στον καθένα άρχοντα πρέπει να του προσφέρουμε ό, τι του ανήκει. Και γι'
αυτό στο βασιλέα προσφέρουμε τη στρατιωτική υπακοή.
Αν, όμως, ενώ ακολουθούμε το Ευαγγέλιο, δεν
ζημιώνουμε το κράτος, αλλά μάλλον το ωφελούμε με την υπηρεσία μας, γιατί μας
ανακρίνεις για την πίστη πού μορφώνει τέτοιους χαρακτήρες και οδηγεί σε τέτοια
έργα;».
Ο Αγρικόλας κατάλαβε ότι ήταν ανώφελο να τους
παρακαλεί και διέταξε να τους γδύσουν και να τους ρίξουν σε μια παρακείμενη
παγωμένη λίμνη. Ήταν χειμώνας και το κρύο δριμύτατο.
Πίστευε ότι το φρικτό αυτό μαρτύριο θα τους έκανε να
αλλάξουν γνώμη και να θυσιάσουν στους ανύπαρκτους «θεούς» της αυτοκρατορίας.
Οι ηρωικοί Χριστιανοί υπέμειναν με πρωτοφανή
καρτερία το μαρτύριο του ψύχους. Τα κορμιά τους είχαν μελανιάσει, έτρεμαν
σύγκορμοι και αγκάλιαζε ο ένας τον άλλο για να μετριάσουν το μαρτύριό τους.
Ταυτόχρονα έδινε ο ένας κουράγιο και θάρρος στον
άλλο με τα εξής λόγια: «Δριμύς ο χειμώνας, αλλά γλυκύς ο παράδεισος. Ας
υπομείνουμε και σε μια νύχτα για να κερδίσουμε ολόκληρη την αιωνιότητα». Οι
δήμιοι τους φρουρούσαν να μη διαφύγουν και διασκέδαζαν με το μαρτύριό τους.
Έξω από τη λίμνη βρισκόταν και μια Χριστιανή
γυναίκα, η μητέρα του νεαρότερου Μάρτυρα, η οποία τον εμψύχωνε μη δειλιάσει και
θυσιάσει στα είδωλα και αρνηθεί το Χριστό.
Άπλωνε τα χέρια της προς το γιό της λέγοντας: «Παιδί
μου γλυκύτατο, υπόμεινε για λίγο και θα καταστείς τέκνο του Ουράνιου Πατέρα.
Μην φοβηθείς τα βασανιστήρια. Ιδού, παρίσταται ως βοηθός σου ο Χριστός. Τίποτε
δεν θα είναι από εδώ και πέρα πικρό, τίποτα το επίπονο δεν θα απαντήσεις. Όλα
εκείνα παρήλθαν, διότι όλα αυτά τα νίκησες με τη γενναιότητά σου. Χαρά μετά από
αυτά, άνεση, ευφροσύνη. Όλα αυτά θα τα γεύεσαι, διότι θα είσαι κοντά στον
Χριστό και θα πρεσβεύεις σε Αυτόν και για μένα που σε γέννησα».
Περί το μεσονύκτιο ένας από τους Μάρτυρες δείλιασε
και ζήτησε από τους δημίους να τον βγάλουν από τους πάγους της λίμνης και να
συμμορφωθεί με το διάταγμα.
Τότε συνέβη το απροσδόκητο: κατέβηκαν από τον ουρανό
39 ολοφώτεινα στεφάνια και τέθηκαν στο κεφάλι του καθενός. Βλέποντάς τα ο
δήμιος Αγλάϊος ομολόγησε ότι γίνεται Χριστιανός και όρμησε και πήρε τη θέση του
δειλιάσαντος στη λίμνη και συμπληρώθηκε ο αριθμός των τεσσαράκοντα μαρτύρων.
Αφού πέρασε η νύχτα, τους έβγαλαν οι τρομεροί δήμιοι
μισοπεθαμένους και τους αποτέλειωσαν συντρίβοντάς τους τα μέλη.
Κατόπιν τους έριξαν από παρακείμενο γκρεμό σε
δύσβατο μέρος, να μη μπορούν οι Χριστιανοί να συλλέξουν τα τίμια λείψανά τους.
όμως οι Χριστιανοί με μεγάλες δυσκολίες τα περιμάζεψαν και τα έθαψαν με μεγάλες
τιμές.
Το έτος 438 η ευσεβής αυτοκράτειρα Πουλχερία βρήκε,
ύστερα από όραμα, τα λείψανά τους στο ναό του αγίου Θύρσου.
Τα παρέλαβε και αφού έκτισε περικαλλή ναό έξω από τα
τείχη των Τρωαδησίων, τα έκλεισε σε πολύτιμες θήκες και τα τοποθέτησε σ’ αυτόν
για την ευλογία των πιστών.
Τα ονόματά τους είναι: Κυρίων, Κάνδιδος (ή
Κλαύδιος), Δόμνας, Ευτύχιος (ή Ευτυχής), Σεβηριανός , Κύριλλος, Θεόδουλος,
Βιβιανός, Αγγίας, Ησύχιος, Ευνοϊκός, Μελίτων, Ηλιάδης, Αλέξανδρος, Σακέδων (ή
Σακέρδων), Ουάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ηράκλειος, Εκδίκιος (ή Ευδίκιος), Ιωάννης,
Φιλοκτήμων, Φλάβιος, Ξάνθιος, Ουαλέριος, Νικόλαος, Αθανάσιος, Θεόφιλος,
Λυσίμαχος, Γάιος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Αέτιος, Ακάκιος,
Δομετιανός (ή Δομέτιος), Γοργόνιος, Ιουλιανός (ή Ελιανός, ή Ηλιανός), Αγλάϊος ο
δήμιος.
Η μνήμη τους εορτάζεται στις 9 Μαρτίου, την ημέρα
του μαρτυρίου τους. Αυτοί είναι οι ήρωες της πίστης μας!
Οφείλουμε ως συνειδητοί πιστοί ορθόδοξοι Χριστιανοί
να τιμάμε τους αγίους μας και η καλλίτερη τιμή προς αυτούς είναι η μίμηση,
διότι μιμούμενοι τους αγίους μας, μιμούμεθα τον Χριστός μας, διότι εκείνοι
έγιναν οι ακριβείς μιμητές του Κυρίου μας.
Άλλωστε για μας το πρότυπό μας δε θα πρέπει να είναι
κάποιος άνθρωπος, αλλά ο Θεάνθρωπος, το αιώνιο και μοναδικό πρότυπο.
Οι άγιοί μας έγιναν «σύσσωμοι» και «σύμμορφοι» του
Σωτήρα μας Χριστού, καταστάθηκαν με την αγία ζωή τους και την ομολογία του
αγίου ονόματός Του οι ζωντανές εικόνες Του στον κόσμο σε όλους τους αιώνες και
μέχρι τη συντέλεια του κόσμου.
Εμπρός λοιπόν να γίνουμε και εμείς μικροί ή μεγάλοι
μάρτυρες και ομολογητές Του στους σύγχρονους δύσκολους καιρούς, για να γίνει
και Εκείνος δικός μας ομολογητής μπροστά στον Ουράνιο Πατέρας μας, όταν
αναχωρήσουμε από αυτόν εδώ τον κόσμο.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δῆμος ὤφθητε,
τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι Χριστοῦ Τεσσαράκοντα, διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος ἔνδοξοι,
δοκιμασθέντες λαμπρῶς ἐδοξάσθητε. Ἀλλ' αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν ὑπερούσιον,
δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.
Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Τάς ἀλγηδόνας τῶν Ἁγίων, ἃς ὑπέρ σοῦ ἔπαθον,
δυσωπήθητι, Κύριε· καί πάσας ἡμῶν τάς ὀδύνας ἴασαι, φιλάνθρωπε δεόμεθα.
https://www.romfea.gr/