Βίοι Αγίων
johnpatrablog
. . . . . «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» . . . . . . johnpatrablog

Αναζήτηση Αγίων (χρησιμοποιήστε τόνους στα ονόματα)

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιανουαρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιανουαρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Άγιος Δάναξ ο Αναγνώστης (16 Ιανουαρίου)

 


Ο Άγιος μάρτυρας Δάναξ καταγόταν από την πόλη Αυλώνα του Ιλλυρικού (δηλαδή την Αλβανία) και ήταν αναγνώστης της Εκκλησίας εκείνης.

Όταν κάποτε όρμησαν μέσα στην Εκκλησία οι ειδωλολάτρες, ο Άγιος πήρε τα ιερά εκκλησιαστικά σκεύη και κειμήλια, για να τα διασώσει και να μην πέσουν στα χέρια των απίστων και τα βεβηλώσουν και τα διαφύλαξε σε τόπο οχυρό πέντε μίλια από την πόλη προς τη θάλασσα. Οι άπιστοι όμως τον συνέλαβαν και τον πίεζαν με κάθε τρόπο να θυσιάσει στο θεό Διόνυσο. Ο Άγιος όμως δεν υποχωρούσε στις πιέσεις, αλλά έμενε ακλόνητος και σταθερός στην πίστη του Χριστού. Τότε οι ειδωλολάτρες απέκοψαν την τίμια αυτού κεφαλή, το δε τίμιο λείψανο αυτόύ το έριξαν στη θάλασσα.

 

Πηγή: https://www.saint.gr/



Όσιος Αμμωνάς (26 Ιανουαρίου)

 

 

Ζωῆς Ἀμωνᾶς νῆμα πληρώσας ἅπαν,

Ζωὴν ἐφεῦρεν, οὔποτε πληρουμένην.

 

Ο Όσιος Αμμωνάς έζησε κατά τους χρόνους του Μεγάλου Αντωνίου (βλέπε 17 Ιανουαρίου), τον 4ο αιώνα μ.Χ., ο οποίος έτρεφε προς αυτόν μεγάλη αγάπη και υπόληψη, και υπήρξε διάδοχός του στην πνευματική καθοδήγηση των μοναχών του μοναστικού κέντρου Πισπίρ , που βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Νείλου.

 

Σπάνια άνθρωπος έγινε τόσο κύριος του εαυτού του, ώστε να είναι ανώτερος από ύβρεις, ευλογώντας και ευεργετώντας τους υβριστές του. Ιδιαίτερο δε πνευματικό αγώνα κατέβαλε ο Αγιος για τον φωτισμό και την επιστροφή στην αρετή δυστυχών γυναικών, που είχαν ακολουθήσει το δρόμο της αμαρτίας. Κι ενώ ο κόσμος των κακολογούσε, αυτός συμβούλευε, παρακαλούσε και προσευχόταν. Έτσι πολλές από αυτές ήλθαν σε μετάνοια και έζησαν με ευσέβεια και σωφροσύνη.

 

Ο Όσιος Αμμωνάς κοιμήθηκε με ειρήνη προ του έτους 403 μ.Χ. Το συγγραφικό του έργο φανερώνει ασκητή πολύ πεπειραμένο περί τις μυστικές αναβάσεις προς τον Θεό.

 

Ρώτησαν κάποτε τον Αγιο Αμμωνά, ποια είναι η στενή και τεθλιμμένη οδός. Και εκείνος απάντησε: «Στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδὸς εἶναι νὰ πολεμᾶ κανεὶς τοὺς λογισμούς του καὶ νὰ κόβει γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημά του».

 

Τέλος, σύμφωνα με μερικές πηγές, ο εν λόγω Όσιος είναι ο Όσιος Αμμωνάς που αναφέρεται στο Λαυσαϊκό και ήταν ιερέας. Αυτός, μια φορά είδε έναν Άγγελο στα δεξία του Βήματος ο οποίος έγραφε σε ένα βιβλίο τα ονόματα των αδελφών που πήγαν στην Ιερά Λειτουργία. Τα ονόματα αυτών που δεν πήγαν, τα έσβηνε και μετά από τρείς μέρες πέθαναν.


Πηγή: https://www.saint.gr/





Όσιος Κλήμης ο εν τω Όρει Σαγματίω άσκησας (26 Ιανουαρίου)

 

Κλήμης θεῖος, ἐν μετάρσιῳ στύλῳ,

ἀρθεὶς ἀνέπτει, πρὸς μονὰς οὐρανίους.

Κλήμης Ἰανουαρίου θάνεν εἰκοστῇ ἒκτῃ

γέρας ἀρετῶν, Γερμανός γεγαιρέσθω,

ὡς τῶν γεηρῶν, λελοιπῶς πᾶσαν τέρψιν.

 

Ο Όσιος Κλήμης υπήρξε γόνος ευσεβών Χριστιανών που κατάγονταν από την Αθήνα. Ανατράφηκε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και από μικρή ηλικία εκκλησιαζόταν και μαθήτευε στο λόγο του Θεού και τις ψαλμωδίες.

 

Σε ηλικία τριάντα ετών εγκατέλειψε την ματαιότητα του κόσμου αυτού και ακολούθησε την οδό της μοναχικής πολιτείας, ασκητεύοντας στην Ιερά Μονή των Ασωμάτων ή του Συμβούλου στον Κιθαιρώνα, κοντά στον ξακουστό για την αρετή και την αγιότητα του γέροντα Μελέτιο (βλέπε 1 Σεπτεμβρίου) και εκεί εκάρη απ’ αυτόν μοναχός. Εκεί διέλαμψε στη σιωπή, την υπακοή, την άσκηση και την προσευχή. Έλεγε την καρδιακή προσευχή, το «Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» και η καρδία του γέμιζε από παρηγοριά και χάρη. Μέσα στις λίγες αυτές λέξεις συμπύκνωσε ολόκληρη τη θεώρηση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας. Όταν έβγαινε από τις Ακολουθίες που γίνονταν στο ναό, ήταν μεταμορφωμένος.

 

Ένας αδελφός της μονής, ο μοναχός Ιάκωβος, κάποιο βράδυ, είδε τον Όσιο να προσεύχεται και να στέκεται υψούμενος στον αέρα. Ολόκληρος ήταν λουσμένος στο φως. Ο Ιάκωβος κοίταζε και δεν χόρταινε να βλέπει το θείο θέαμα. Ένιωσε τέτοια συγκίνηση, που γύρισε πίσω στη μονή και μίλησε στους άλλους μοναχούς για την εμπειρία του και γι’ αυτό που είδε. Έτσι ο ισάγγελος Κλήμης, για να αποφύγει την δόξα και τον έπαινο των ανθρώπων, έφυγε από εκεί και ήρθε στο όρος του Σαγματά, που είναι κοντά στην πόλη των Θηβών και συνέχισε την άσκησή του σε ένα απόκρημνο σπήλαιο.

 

Μόλις ο Όσιος μπήκε στο σπήλαιο, έκανε το σημείο του Σταυρού και ευχαρίστησε τον Θεό που του χάρισε ένα αχειροποίητο κελί. Ο τόπος αυτός έγινε η γη των ασκητικών παλαισμάτων αυτού, δηλαδή των δακρύων, της ευχής, της νηστείας και της αυστηρής ασκήσεως. Εκεί έμεινε πολλά χρόνια και συγκέντρωσε γύρω του πλήθος μοναχών, τους οποίους καθοδηγούσε θεοφιλώς. Ο βιογράφος του Οσίου μας λέει: «Ἔμεινεν ἐν τῷ ὑψηλῷ, ἐν στενοτάτω στύλω, τάς φοράς τῶν ἀνέμων καί καυμάτων καί ὄμβρων γενναίως ὑποφέρων πάση κακουχία καί θλίψη καί στενοχωρία, τῷ Θεῷ προσομιλῶν».

 

Η φήμη και το πλήθος των θαυμάτων τα οποία επιτελούσε ο Όσιος Κλήμης, έφτασαν ως τη Βασιλεύουσα. Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος ο Κομνηνός θέλοντας να τιμήσει την Ιερά Μονή Σαγματά και τον Όσιο ασκητή της, δώρισε σ’ αυτή με Χρυσόβουλο ένα τεμάχιο του Τιμίου και Ζωοποιού Ξύλου «ὁπερ ὀρθίως τήν τοῦ λιχανοῦ ἐπιμέτρησιν ἀποτελεῖ, ἐγκαρσίως δέ τήν τοῦ ἀντίχειρος, το πάχος πάλι δακτύλου ἡμίσεως» (εκ του Χρυσοβούλου). Με το ίδιο χρυσόβουλο δώρησε στη Μονή και μεγάλη ἔκταση κτημάτων «παρά τήν Οὐγγρίαν λίμνην», τα σημερινά Σκορπιονέρια.

 

Έτσι, αφού έζησε κατά Θεόν, ο Όσιος Κλήμης κοιμήθηκε το έτος 1111 μ.Χ. με ειρήνη. Λίγο πριν παραδώσει την αγία του ψυχή στον Θεό, κάλεσε τους συμμοναστές του και τους είπε: «Σας χαιρετώ, αδελφοί μου. Σας αφήνω την ευλογία μου. Θα προσεύχομαι για τον καθένα από εσάς. Και ελπίζω σύντομα να συναντηθούμε. Συγχωρείστε με για ότι σας λύπησα. Προσευχηθείτε να δεχθεί ο Κύριος την ψυχή μου. Και να με αξιώσει να συναντήσω τον Όσιο Γέροντά μου, τον Μελέτιο και να του δώσω το φίλημα της αγάπης». Δεν μπορούσε να πει περισσότερα. Σήκωσε το χέρι και έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού και βρέθηκε στην ανέσπερη λαμπρότητα της Βασιλείας του Θεού.

 

Η τίμια κάρα του Οσίου Κλήμεντος, αναβλύζουσα τη Χάρη και την ευωδία του Αγίου Πνεύματος, φυλάσσεται με ευλάβεια στην ιερά μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σαγματά Βοιωτίας.

 

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’.

Τόν πλοῦτον καί τήν δόξαν τοῦ ματαίου αἰῶνος ἐμίσησας θεόφρων, ὁσιώτατε Κλήμη, καί ὄρος κατέλαβες τραχύ, ἔν ᾧ προσομίλεις τῷ Θεῷ, διά τοῦτο συνελθόντες, ἐπαξίως εὐφημοῦμέν σε δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ πᾶσι ἰάματα.

 

Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τοὺς ἐν ἀσκήσει φαεινοὺς καὶ οὐρανόφρονας, καὶ τοῦ Χριστοῦ ὥς ἀληθῶς θείους θεράποντας, Κλήμεντα καὶ Γερμανὸν ανευφημήσωμεν, οὗτοι γὰρ ὡς ποταμοὺς ἰάματα βρύουσι, τοῖς θερμῶς τοῖς λειψάνοις αὐτῶν πελάζουσι, καὶ κραυγάζουσι, χαίροις ζεῦγος ἁγιόλεκτον.

 

Ὁ Οἶκος

Ἂγγελοι τῇ ἀσκήσει, Θεοφόροι δειχθέντες, πορεύετε ὴμῖν τὰς ἐλλάμψεις Θεόθεν, καὶ τάς γε ἀειφώτους μαρμαριγὰς τῆς ἀρετῆς, καὶ τοῦ θείου φωτὸς τὴν καλλονήν' διὸ καὶ κραυγάζομεν, τοιαῦτα μεγαλοφώνως.

 

Χαῖρε Κλήμης ἀσκητῶν καλλονῄ,

Χαῖρε Γερμανὲ φυτὸν ἀειθαλὲς,

Χαῖρε μοναζλοντων τὸ ἐγκαλλώπισμα,

Χαῖρε Βοιωτίας τὸ ἀγαλλίαμα.

Χαίρετε φωσφόροι καὶ λαμπτῆρες ἀείφωτοι.

Χαίρετε καλλονῆς παραδείσου ἐπόπται.

Χαίρετε κρουνοὶ τῶν θαυμάτων ἀένναοι.

Χαίρετε φαιδροὶ μαργαρῖται θεῖοι,

Χαίρετε τῶν ἐν βίῳ ἀκέστορες,

Χαῖρε ζεῦγος ἁγιόλεκτον.

 

Πηγή: https://www.saint.gr/




Όσιος Ευστράτιος ο Θαυματουργός (9 Ιανουαρίου)

  


 Κἂν Εὐστρατίου πνεῦμα λαμβάνῃ πόλος,

Τὸ σῶμα τῇ γῇ θαυμάτων βλύζει χάριν.

 

Ο Όσιος Ευστράτιος καταγόταν από την περιοχή της Ταρσίας (Ταρσός Βιθυνίας στη Μικρά Ασία), η οποία ανήκε στη μεγάλη διοικητική περιφέρεια των Οπτημάτων και συγκεκριμένα από την κωμόπολη που έφερε το όνομα Βιτζιανή και έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. Οι γονείς του, Γεώργιος και Μεγεθώ, ήταν ευσεβείς και εύποροι. Ο Όσιος Ευστράτιος ανατράφηκε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και οι γονείς του φρόντισαν και για την εκπαίδευσή του. Όταν συμπλήρωσε το εικοστό έτος της ηλικίας του η καρδιά του κυριεύθηκε από Θείο έρωτα. Τότε άφησε τους γονείς του και μετέβη στον Όλυμπο της Βιθυνίας, στο Μοναστήρι του Αυγάρου, στο οποίο μόναζαν οι θείοι του, από τη μητέρα του, Γρηγόριος και Βασίλειος. Εκεί λοιπόν, έγινε δεκτός από τους θείους του και ακολούθησε και αυτός την επίπονη και σκληρή ζωή του μοναχού.

 

Ο Όσιος καθημερινά διακονούσε τους πάντες με πρόθυμη καρδιά και ταπεινό φρόνημα. Δεν ενδιαφερόταν για τίποτε από τα αγαθά του κόσμου. Δεν είχε τίποτε στην κατοχή του, παρά μόνο ένα τρίχινο ένδυμα και ένα ύφασμα από μαλλί προβάτου. Δεν είχε ούτε τόπο ορισμένο για να κοιμάται. Λένε μάλιστα, ότι από τότε που έγινε μοναχός, στα εβδομήντα πέντε του ασκητικού του βίου, δεν κοιμήθηκε ποτέ ύπτιος ή με το αριστερό πλευρό.

 

Όταν πέθαναν οι προ αυτού ηγούμενοι της μονής, οι πατέρες εμπιστεύθηκαν στον Όσιο τη διοίκηση της μονής και τον ανέδειξαν ηγούμενο.

 

Εκείνο τον καιρό επέστρεψε νικητής από τον πόλεμο κατά των Βουλγάρων, ο εικονομάχος Λέων ο Ε’ (813-820 μ.Χ.), ο οποίος ανέτρεψε τον ευσεβέστατο αυτοκράτορα Μιχαήλ. Η αίρεση της εικονομαχίας άρχισε να φουντώνει. Ο Όσιος Ευστράτιος, μετά από προτροπή του Οσίου Ιωαννικίου του Μεγάλου (τιμάται 4 Νοεμβρίου), άφησε τη Μονή και επέστρεψε στην πατρίδα του. Μόλις όμως έγινε η αναστήλωση των αγίων εικόνων, ο Όσιος επανήλθε στο μοναστήρι του. Η μέρα περνούσε με Πνευματικά γυμνάσματα και άσκηση και η νύκτα με αγρυπνίες και γονυκλισίες. Η μονολόγιστη ελπίδα, η ευχή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ήταν στην καρδιά και τα χείλη του. Ο Θεός τον αξίωσε με το χάρισμα της θαυματουργίας.

 

Ο Άγιος προείδε, με τη Χάρη του Θεού, το θάνατό του. Λίγο πριν απέλθει από την παρούσα ζωή, κάλεσε τους μοναχούς και τους είπε : «Αδελφοί, ο χρόνος της επίγειας ζωής μου έφθασε στο τέλος του. Λοιπόν, τέκνα μου αγαπητά, να φυλάξετε την παρακαταθήκη που παραλάβατε, γιατί τα πράγματα της παρούσας ζωής είναι πρόσκαιρα και μάταια, ενώ της μέλλουσας ζωής είναι άφθαρτα και αιώνια». Μόλις τελείωσε τα σύντομα αυτά λόγια, τους ευλόγησε και τους σφράγισε με το σημείο του Σταυρού. Έπειτα, αφού ύψωσε το βλέμμα του στον ουρανό, είπε, «Κύριε, εις τας χείρας σου παραδίδω το πνεύμα μου».

 

Έτσι ο Όσιος Ευστράτιος κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία 95 ετών.

 

Πηγή: https://www.saint.gr/




Όσιοι Μακάριος ο Αιγύπτιος και Μακάριος ο Αλεξανδρεύς (19 Ιανουαρίου)

 



 

Θανοῦσα θείων ἡ δυὰς Μακαρίων,

Ζωῆς μετέσχε τῆς μακαριωτάτης.

Γῆν μακάρων λάχον ἐννεακαιδεκάτῃ Μακάριοι.

 

Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος γεννήθηκε το 301 μ.Χ. σε κάποιο χωριό της Άνω Αιγύπτου και έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του Μεγάλου (379 - 395 μ.Χ.). Σε ηλικία 30 χρόνων αποσύρθηκε στην έρημο της Νιτρίας και στη Συρία, όπου παρέμεινε για εξήντα ολόκληρα χρόνια και απέκτησε μεγάλη φήμη για τον ασκητικό του βίο και τις άλλες θαυμαστές αρετές του. Επειδή, παρά το νεαρό της ηλικίας του, προέκοπτε στις αρετές ονομάσθηκε «παιδαριογέρων».

 

Στην έρημο γνώρισε τον Μέγα Αντώνιο του οποίου έγινε μαθητής. Σε ηλικία 40 ετών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και λόγω της ενάρετης ζωής του αξιώθηκε από τον Θεό να λάβει το χάρισμα της θεραπείας των ασθενών και της προφητείας. Λέγεται ότι συνεχώς επικοινωνούσε με τον Θεό «και μάλλον τω πλείονι χρόνω προσδιατριβείν Θεώ ή τοις υπ’ ουρανόν πράγμασιν».

 

Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος υπήρξε γέννημα θρέμμα της ερήμου. Για να είναι, λοιπόν, απερίσπαστος και να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον Θεό, έσκαψε ο ίδιος και άνοιξε μια υπόγεια στοά, που άρχιζε από το κελί του και είχε μήκος εκατό περίπου μέτρα. Στην άκρη της στοάς διεύρυνε τον χώρο και διαμόρφωσε ένα σπήλαιο. Έτσι είχε την δυνατότητα όταν προσέρχονταν σε αυτόν πολλοί άνθρωποι και τον ενοχλούσαν, να κατεβαίνει στη στοά, χωρίς να τον παίρνουν είδηση και μέσω αυτής να πηγαίνει στο σπήλαιο και να κρύβεται, ώστε να μην μπορεί να τον βρει κανένας.

 

Κάποτε πήγε και συνάντησε τον Άγιο Μακάριο ένας αιρετικός, που είχε μέσα του δαιμόνιο και ισχυριζόταν ότι δεν είναι δυνατό να γίνει ανάσταση νεκρών. Ο Άγιος τότε, προκειμένου να τον πείσει, ανέστησε ένα νεκρό. Έλεγε δε ότι υπάρχουν δύο τάγματα δαιμόνων. Από αυτά, το ένα πολεμά τους ανθρώπους, παρασύροντάς τους σε πάθη τερατώδη και ακατονόμαστα, ενώ το άλλο, το οποίο ονομάζεται και «αρχικό», δημιουργεί στις ψυχές των ανθρώπων διάφορες κακοδοξίες και πλάνες. Αυτούς, μάλιστα, τους δαίμονες του δεύτερου τάγματος, τους ξεχωρίζει ο Σατανάς και τους αποστέλλει στους μάγους και στους αιρεσιάρχες.

 

Επίσης, κάποτε ένας μαθητής του Οσίου έκλεβε τα πράγματα φτωχών ανθρώπων και, παρά τις συμβουλές του, δεν διόρθωνε το πάθος του αυτό. Με το προορατικό του λοιπόν χάρισμα ο Όσιος, προείπε ότι θα ξεσπούσε η οργή του Κυρίου εναντίων του. Και πραγματικά, ο μαθητής του προσβλήθηκε από μια φοβερή αρρώστια, την ελεφαντίαση. Το δέρμα του σώματός του δηλαδή, ξεράθηκε και ζάρωσε.

 

Είναι προς πνευματική μας ωφέλεια να αναφέρουμε και ένα άλλο θαυμαστό γεγονός που συνέβη με τον Όσιο Μακάριο: κάποτε εκεί που περπατούσε στην έρημο βρήκε ένα κρανίο. Ήταν κάποιου που είχε διατελέσει ιερέας των ειδώλων. Μόλις ο Μακάριος πλησίασε και τον ρώτησε, άκουσε να του λέει ότι με τις προσευχές του ένιωθαν κάποια μικρή ανακούφιση στον πόνο τους, οι βρισκόμενοι στην κόλαση, όταν τύχαινε ο Όσιος και προσευχόταν υπέρ αυτών.

 

Ο Όσιος Μακάριος σε προχωρημένη ηλικία εξορίσθηκε σε νησίδα του Νείλου από τον Αρειανό Επίσκοπο Αλεξανδρείας Λούκιο και κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία 90 ετών το έτος 391 μ.Χ.

 

Ο Όσιος Μακάριος, ο Αλεξανδρεύς, χρημάτισε ιερέας των λεγόμενων κελιών. Υπήρξε υπόδειγμα εγκράτειας και υπομονής και έτσι προικίσθηκε από τον Θεό και με το χάρισμα της θαυματουργίας. Τις αρετές του τις θαύμασε και αυτός ο Μέγας Αντώνιος και είπε: «Ιδού, επαναπαύθηκε επί σέ το Πνεύμα το Άγιο και στο εξής θα είσαι κληρονόμος των αγώνων μου».

 

Κάθε φορά που ο Όσιος αντιλαμβανόταν ότι κάποιος επιτελούσε ένα σπουδαίο ασκητικό αγώνισμα, υποκινούμενος από έναν Άγιο ζήλο, τον μιμείτο και έκανε και αυτός το ίδιο αγώνισμα. Έτσι, όταν άκουσε ότι οι Ταβεννησιώτες μοναχοί, καθ’ όλη την διάρκεια της Τεσσαρακοστής, έτρωγαν άβραστο φαγητό, πήρε την απόφαση και επί επτά χρόνια δεν έφαγε κανένα μαγειρευμένο φαγητό. Τρεφόταν μόνο με λάχανα ωμά και όσπρια. Επίσης και τον ύπνο του αγωνίσθηκε να περιορίσει στο ελάχιστο. Και, για να το κατορθώσει αυτό, δεν μπήκε κάτω από στέγη επί είκοσι ολόκληρα ημερόνυχτα, φλεγόμενος από τον καύσωνα της ημέρας και ξεπαγιάζοντας από το ψύχος της νύχτας.

 

Μια φορά ο Όσιος ενοχλήθηκε από το δαίμονα της πορνείας και, προκειμένου να εξουδετερώσει τον δαίμονα αυτό, κατέφυγε σε ένα εντελώς έρημο και ελώδη τόπο, όπου παρέμεινε επί έξι μήνες. Εκεί υπήρχαν κουνούπια πολύ μεγάλα, σαν σφήκες, τα οποία με τα τσιμπήματά τους τον καταπλήγωναν σε όλο του το σώμα. Όταν, λοιπόν, ύστερα από τους έξι μήνες γύρισε στο κελί του, αναγνωριζόταν μόνο από την φωνή του, αφού το σώμα του εξωτερικά είχε παραμορφωθεί και έμοιαζαν με το σώμα ανθρώπων που πάσχουν από την ασθένεια της ελεφαντίασης.

 

Κάποια φορά ο Όσιος καθόταν στην αυλή και έλεγε λόγους ωφέλιμους σε παρευρισκόμενους εκεί Χριστιανούς. Τότε μία ύαινα, αφού πήρε μαζί της το νεογνό της, το οποίο ήταν τυφλό, πλησίασε τον Άγιο και το έριξε στα πόδια του. Εκείνος, αφού έπτυσε στα μάτια του μικρού ζώου, του χάρισε το φως. Έτσι, θεραπευμένο πλέον, το πήρε η ύαινα και έφυγε. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί όμως, αυτή γύρισε πάλι στον Άγιο, φέρνοντάς του από ευγνωμοσύνη μια μεγάλη προβιά για στρώμα. Εκείνος όμως είπε στην ύαινα: «πράγματα προερχόμενα από αδικία εγώ δεν τα δέχομαι». Εκείνη τότε, έσκυψε το κεφάλι και έφυγε από την αυλή.

 

Έτσι, λοιπόν, αφού ασκήθηκε ο Όσιος Μακάριος και έφθασε σε βαθύ γήρας, κοιμήθηκε με ειρήνη το 395 μ.Χ.

 

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’.

Τῆς ἐρήμου πολίτης καί ἐν σώματι ἄγγελος, καί θαυματουργός ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατήρ ἡμῶν Μακάριε· νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τούς νοσοῦντας, καί τάς ψυχάς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ πᾶσιν ἰάματα

 

Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.

Ζωής της μακαριάς φερωνύμως ετύχετε, ως πολιτευθέντες οσίως, θεοφόροι Μακάριοι, εν νόμω γαρ τω θείω ευσεβώς, ιθύναντες τας τρίβους της ζωής θείας δόξης ανεδείχθητε κοινωνοί, σώζοντες τους κραυγάζοντας, δόξα τω ενισχύσαντι υμάς, δόξα τω στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δι' υμών πάσιν ιάματα.

 

Κοντάκιον

Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἐν τῷ οἴκῳ Κύριος, τῆς ἐγκρατείας, ἀληθῶς σε ἔθετο, ὡσπερ ἀστέρα ἀπλανῆ, φωταγωγοῦντα τά πέρατα, Πάτερ Πατέρων, Μακάριε Ὅσιε.

Πηγή: https://www.saint.gr/



Άγιος Βησσαρίων Αγαθωνίτης, Συμβουλές και ιστορίες από τη ζωή του



Άγιος Βησσαρίων Αγαθωνίτης (1908-1991).

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

 

Κάθε πρωί, ο πατήρ Βησσαρίων [ο όσιος Βησσαρίων ο Αγαθωνίτης], ερχόντανε και καθότανε με μας τα παιδιά που εργαζόμασταν στο μοναστήρι. Μας μιλούσε με αγάπη και απαντούσε στις όποιες απορίες μας.

Εκείνο που μας έλεγε πάντοτε, χωρίς να το παραλείψει ποτέ, ήταν το εξής:

«Παιδιά μου πρέπει να νοιαζόμαστε για την ψυχή μας. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ. Άμα χάσουμε την ψυχή μας, τότε τα χάσαμε όλα. Αυτό πρέπει να το προσέχουμε περισσότερο εμείς οι μοναχοί, διότι κινδυνεύουμε να γίνουμε λοιδώρημα του διαβόλου. Και αυτόν τον κόσμο θα μας λέει ο διάβολος με σαρκασμό, χάσατε, και τον άλλο δεν θα κερδίσετε».

 «Την ψυχή σας να την φυλάττετε σαν τον πολυτιμότερο θησαυρό που σας χάρισε ο Θεός»!

 

***

 

Ο π. Βησσαρίων ντυνότανε απλοϊκά, πολύ φτωχά. Είχε ένα ράσο κάπως καλό και μ’ αυτό σκέπαζε τη φτώχεια του.

Το ζωστικό του, ήταν πολύ παλιό, ξεβαμμένο και τρύπιο, μ’ αυτό τύλιγε το αδύνατο σώμα του. Το έσφιγγε στη μέση μ’ ένα κοντοτρίχι.

Κάποιες κυρίες που ήρθαν στο μοναστήρι μας εκδρομή, είδαν το φτωχό αντερί του Παπούλη. Μάζεψαν χρήματα και όταν ξαναήρθαν, του έφεραν ένα καινούριο και του το έκαναν δώρο.

«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ καλές μου κυρίες είπε, η Παναγιά μας να σας σκεπάζει με την χάρη Της».

 Το πήρε στα χέρια του και είπε:

«Τι ωραίο που είναι! Τέτοιο δεν φοράει ούτε ο Πατριάρχης μας. Σας ευχαριστώ από την καρδιά μου».

 Οι κυρίες έφυγαν ευχαριστημένες που ο Γέροντας δέχθηκε και χάρηκε το δώρο τους.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ήρθε στο μοναστήρι ένας Ιερέας από τα γύρω χωριά.

 Ο π. Βησσαρίων τον κάλεσε κοντά του και του είπε:

«Τι σου έχω, τι σου έχω! Πολύ θα χαρείς με αυτό που θα σου δώσω», και του έδωσε το καινούριο ζωστικό που του χάρισαν οι κυρίες το πρωί.

 

***

 

Όταν κοιμήθηκε ο π. Βησσαρίων, δεν είχε ιερατική στολή για να τον ντύσουν οι Πατέρες.

Ο π. Νικηφόρος Κυπριανός, αδελφός της ιεράς μονής μας [Ιεράς Μονής Αγάθωνος], πρόσφερε τότε τη δική του στολή και μ’ αυτή ντύσανε τον Γέροντα και μ’ αυτή παραμένει ντυμένος ακόμα, μέσα στη λάρνακα του μέχρι σήμερα. Άφθαρτος ο γέροντας, άφθαρτη και η στολή του, σαν καινούρια. Ω των θαυμασίων Σου Κύριε!

 

Απόσπασμα από κείμενο του μακαριστού Καθηγουμένου της Ιερά Μονής Αγάθωνος π. Δαμασκηνού Ζαχαράκη όπως δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδος: http://www.imfth.gr/news_events/apo-ti-zoi-kai-drasi-toy-osioy-gerontos-vissarionos-toy-agathonitoy

https://www.pemptousia.gr/




Άγιος Βησσαρίωνας ο Αγαθωνίτης (22 Ιανουαρίου)

 



Ο Όσιος Βησσαρίων Κορκολιάκος, ο Αγαθωνίτης, γεννήθηκε στο Πεταλίδι Μεσσηνίας το έτος 1908 μ.Χ., όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ανδρέας. Στα 18 του χρόνια πήγε στην Καλαμάτα, όπου συνδέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους και αποφάσισε να εισέλθει στον ιερό κλήρο. Έγινε Μοναχός και πήρε το όνομα Βησσαρίων. Έπειτα χειροτονήθηκε Διάκονος, Ιερέας και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου.

 

Ανώτερες σπουδές του ήταν το Σχολαρχείο. Ωστόσο η συνεχής μελέτη των ιερών βιβλίων, των κειμένων της Εκκλησίας μας, των βιβλίων του αναλογίου, είχαν κάνει τον Όσιο Βησσαρίωνα άνθρωπο ευρύτατα και βαθύτατα μορφωμένο θεολογικά.

 

Γεμάτος πνευματικά εφόδια το έτος 1935 μ.Χ., ύστερα από πρόσκληση του επίσης Μεσσήνιου Μητροπολίτη Καρδίτσας Ιεζεκιήλ, ο Όσιος Βησσαρίων πήγε στην Καρδίτσα, όπου αφοσιώθηκε στο έργο της διακονίας του Κυρίου μας. Εκεί ασκήθηκε στο έργο της φιλανθρωπίας και μέσα σε αυτό ανάλωσε ολόκληρη τη ζωή του σε σημείο που ευρισκόμενος στο Νοσοκομείο «Σωτηρία», λίγο πριν το θάνατό του, να ρωτάει από το κρεβάτι του πόνου με ακαταπόνητη έγνοια για τα παιδιά, τους φτωχούς, για τα πράγματα της Εκκλησίας και της κοινωνίας.

 

Ανέλαβε πολλές και δύσκολες αποστολές. Μεταξύ αυτών έπαιξε σημαντικό ρόλο στη γερμανική κατοχή, κατά την οποία αναφέρεται ότι βοήθησε πολλούς πατριώτες και έσωσε με προσωπικές παρεμβάσεις του παιδιά που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί.

 

Μετά την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο ο Όσιος Βησσαρίων έφυγε από την Καρδίτσα. Ήδη Αρχιμανδρίτης με πολύχρονο ασκητικό βίο και πλούσιο πνευματικό και κοινωνικό έργο, ήρθε στην Ιερά Μονή Αγάθωνος μετά το 1955 μ.Χ., επηρεασμένος από τον επίσης Πελοποννήσιο π. Γερμανό Δημάκο. Εκεί ανέλαβε να διακονεί τον πνευματικό τομέα του Μοναστηριού. Είχε εσωτερικό διακόνημα μέσα στο Μοναστήρι, αλλά είχε και εξωτερική υπηρεσία στον κόσμο. Κάθε Δευτέρα και Τρίτη πήγαινε στα Νοσοκομεία της Λαμίας, έβλεπε τους ασθενείς, τους παρηγορούσε και τους εξομολογούσε. Με τη χαρισματική προσωπικότητά του, την αγάπη του για τον άνθρωπο και τον γλυκύ και απλό τρόπο του κατάφερνε να ανακουφίζει τις πονεμένες ψυχές. Τις λοιπές ημέρες καθόταν στο Μοναστήρι, μπροστά στην Εκκλησία, υποδεχόταν με το ευπροσήγορο χαμόγελό του τον κόσμο και άκουγε τα προβλήματά του. Οι άνθρωποι που έρχονταν φορτωμένοι με πόνο, βάσανα και άγχος, έφευγαν από τον Όσιο Γέροντα ανακουφισμένοι. Πολλούς από αυτούς τους βοηθούσε και οικονομικά. Όσα πράγματα και χρήματα του έφερναν πολλοί άνθρωποι που τον εμπιστεύονταν, ο παππούλης τα μοίραζε στους φτωχούς και όσους είχαν ανάγκη. Έλεγε συνεχώς: «Έξω οι άνθρωποι είναι φτωχοί, έξω πεινάνε, πρέπει να τους βοηθήσουμε».

 

Κάθε Σαρακοστή έφευγε από το Μοναστήρι με την ευχή του Γέροντα Γερμανού και έφτανε από τη μια άκρη του Νομού Φθιώτιδος στην άλλη. Πήγαινε σε όλα τα σπίτια και βοηθούσε. Πολλές φορές κοιμόταν και εκεί. Η περιοδεία του περιλάμβανε κατ' αρχήν την εξομολόγηση, για την οποία τον ανέμεναν με αδημονία σε όλα τα χωριά. Ο Όσιος Βησσαρίων εξομολογούσε και τα παιδιά στο Εκκλησιαστικό Λύκειο της Λαμίας και ήταν ο πνευματικός τους. Εξομολογούσε τα παιδιά και στο τέλος πάντοτε τους έβαζε «κάτι» στο χέρι, για να τα ενισχύσει.

 

Όταν λειτουργούσε ο Όσιος Βησσαρίων, έλαμπε ολόκληρος, καθώς τελούσε τη Θεία Λειτουργία με όλο το σεβασμό και την ιεροπρέπεια που αρμόζει. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να μιλήσει καλά, καθώς η φωνή του ήταν φθίνουσα, εξαιτίας ενός περιστατικού με τους Γερμανούς, δεν παραιτήθηκε από το Άγιο Θυσιαστήριο. Έλεγε πως: «ο δε έχω, Κύριε, τούτο σοι δίδωμι» (Πρ. γ', 6). Με συμβουλές που η Θεία Χάρις παραχωρούσε στην προσευχή του, με εμπνευσμένη κατήχηση, με μυστική εξομολόγηση, φιλοτεχνούσε το έργο του ο λειτουργός του Θεού. Ήταν Μέγας Εξομολόγος. Τον έβλεπαν οι άνθρωποι ευπροσήγορο, απλό, ταπεινό, με την αδύναμη φωνούλα του και έλκονταν.

 

Ο Όσιος Βησσαρίων ήταν και ο «κουβαλητής» του Μοναστηριού. Έβγαινε με την εικόνα της Παναγία στα χωριά, όπου με λαχτάρα τον περίμεναν στους δρόμους οι πιστοί. Τελούσαν ακολουθίες, ο παππούλης τους εξομολογούσε, τους μιλούσε με λόγους πνευματικούς και οικοδομητικούς και εκείνοι έδιναν ευλογίες από τα προϊόντα τους. Ο Όσιος Βησσαρίων όσα μάζευε τα μοίραζε σε δύο «σακιά». Ένα σακί έφερνε στο Μοναστήρι για τις ανάγκες του, καθώς τότε λειτουργούσε εδώ η Γεωργοτεχνική Σχολή και η Ιερά Μονή φιλοξενούσε 82 άπορα παιδιά. Όσα περιείχε το άλλο σακί τα μοίραζε κατευθείαν στους φτωχούς. Γνώριζε ποιες ήταν οι ανάγκες κάθε οικογένειας και ανάλογα έκανε τη διανομή.

 

Ο Όσιος Γέρων Βησσαρίων πέρασε τη ζωή του νουθετώντας, συμβουλεύοντας, διακονώντας με παντοειδείς τρόπους το ποίμνιο του Θεού. Ήταν ο καλός ποιμήν, που θυσίασε τη ζωή του υπέρ των προβάτων. Τα του κόσμου όλα τα θεωρούσε σκύβαλα, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, «ίνα Χριστόν κερδήσει». Και τον κέρδισε το Χριστό. Ο Όσιος Βησσαρίων είναι σήμερα κοντά στον Κύριο, ο οποίος οικονόμησε εξαιρετικά να του δώσει ιδιαίτερη τιμή. Δεν τον αγίασε απλά, του κράτησε το σώμα σε αφθαρσία, για να το δούμε όλοι εμείς ιδίοις όμμασι και να πιστέψουμε, να δυναμωθούμε, να συνετιστούμε, να συγκλονιστούμε.

 

Ο Όσιος Βησσαρίων ήταν καλά στην υγεία του σε γενικές γραμμές. Δεν είχε μεγάλα προβλήματα. Προς το τέλος της ζωής του ήρθαν η κόπωση και τα γεράματα. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» στην Αθήνα, όπου κοιμήθηκε από πνευμονικό οίδημα την 22 Ιανουαρίου 1991 μ.Χ.

 

Η πρόσβαση στο Μοναστήρι εκείνες τις ημέρες ήταν δύσκολη λόγω έντονης χιονόπτωσης. Με δυσκολία ανέβηκε η νεκροφόρα. Για δύο ημέρες τοποθετήθηκε στην Εκκλησία, όπου πολύς κόσμος περνούσε για να χαιρετήσει το Γέροντα και να κλάψει. Έλαμπε το πρόσωπό του μέσα στο φέρετρο και το σώμα του ευωδίαζε. Το σώμα του δεν μπορούσε να ενταφιαστεί στο κοιμητήριο λόγω των καιρικών συνθηκών και ως εκ τούτου κηδεύτηκε στα Βαπτιστήρια, όπου υπήρχαν δωμάτια προορισμένα για την εξομολόγηση. Πολλοί άνθρωποι για χρόνια κατέβαιναν για να προσκυνήσουν το σκήνωμα, δείχνοντας την ευσέβειά τους. Μάλιστα πολλοί του έφερναν αφιερώματα, σαν να τα προσέφεραν σε Άγιο, χωρίς να περιμένουν οποιοδήποτε σημείο για να αποδείξει την αγιότητά του. Μάλιστα υπάρχουν αναφορές των θαυμαστών εμπειριών και των βιωμάτων που είχαν στον τάφο του Γέροντα. Πολλοί είχαν ταραχή μέσα στο σπίτι τους, μα όταν είδαν τον Όσιο Βησσαρίωνα στον ύπνο τους, ήρθε η γαλήνη πάλι στην οικογένεια, και άλλα παρόμοια. Αποφασίστηκε να μη γίνει εκταφή, αλλά αναβάθμιση του χώρου των Βαπτιστηρίων. Ωστόσο η καθίζηση που παρουσιάστηκε στην ανατολική πλευρά του Μοναστηριού απαιτούσε το γκρέμισμα και την ανοικοδόμηση αυτής με νέα στηρίγματα. Επομένως η εκταφή ήταν απαραίτητο να γίνει. Αφού τελέστηκε Τρισάγιο, ξεκίνησε η αφαίρεση των τούβλων. Φάνηκε το φέρετρο σε άριστη κατάσταση. Αφού μεταφέρθηκε στο κοιμητήριο, άνοιξαν οι Μοναχοί το φέρετρο για να αφαιρέσουν τα οστά. Όταν όμως το άνοιξαν, διαπίστωσαν με έκπληξη ότι το σώμα του κάτω από το σάβανο ήταν άφθαρτο.

 

Αυτό αποτελούσε θαυμαστό γεγονός και θεία οικονομία. Παρά το γεγονός ότι όλοι οι Μοναχοί πίστευαν στην αγιότητά του, η Αγία Εκκλησία έπρεπε να επιληφθεί της υπόθεσης. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ.κ. Νικόλαος, όταν το έμαθε συγκλονίστηκε, επισκέφθηκε το Μοναστήρι και προσκύνησε συγκινημένος το ιερό σκήνωμα. Το άφθαρτο σώμα του Όσιου Γέροντα μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδας για να προστατεύεται και έκτοτε εκεί βρίσκεται προς προσκύνηση από χιλιάδες πιστούς.

 

Ο ήσυχος παππούλης με τη χάρη του Θεού τάραξε το πανελλήνιο. Μετά από δεκαπέντε χρόνια βρέθηκε το σκήνωμα αυτού του ανθρώπου σε πλήρη συνοχή, απλώς συρρικνωμένο, αφυδατωμένο, να κρατά μάλιστα το Ιερό Ευαγγέλιο και να μην είναι εύκολο να του το αποσπάσει κανείς. Σαν να θέλει να μας πει ότι ξεφύγαμε από το Ευαγγέλιο και να μας προτρέπει, κυρίως τους Ιερείς: «Γυρίστε πάλι στις γάργαρες πληγές της Πίστεώς μας, στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Πάψτε να ασχολείστε με τις κοσμικότητες και τα κοινωνικά ζητήματα, είναι άλλοι αρμόδιοι για αυτά τα θέματα. Εσείς έχετε χρέος να οδηγήσετε τις ψυχές εις νομάς σωτηρίους, να ανεβάσετε τον άνθρωπο από τη Γη στον Ουρανό!...».

 

Στις 14 Ιουνίου 2022 μ.Χ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον κατέτατξε στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας. Ολόκληρο το ανακοινωθέν είναι το εξής:


«Συνῆλθε σήμερον, 14ην τ.μ. Ἰουνίου 2022, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, καθ᾿ ἥν:

 

α) εὐμενεῖ εἰσηγήσει Αὐτῆς ἐξέλεξε παμψηφεί τόν Μ. Ἀρχιδιάκονον κ. Παΐσιον, Ἐπίσκοπον Βοηθόν παρ᾿ Αὐτῇ ὑπό τόν ψιλόν τίτλον Ξανθουπόλεως, μέλλοντα ἵνα διακονήσῃ ὡς Ὑπεύθυνος ἐν τῇ Ἱερᾷ Πατριαρχικῇ καί Σταυροπηγιακῇ Μονῇ Ζωοδόχου Πηγῆς Βαλουκλῆ. Ἡ εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονία αὐτοῦ θά τελεσθῇ, σύν Θεῷ, τήν Κυριακήν 3ην Ἰουλίου 2022, ὑπό τῆς Α. Θ. Παναγιότητος καί ἑτέρων ἁγίων Ἀρχιερέων, ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ, καί

 

β) κατόπιν σχετικῶν ἐκθέσεων τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς, κατέταξεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς κατ᾿ Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν νέον Ἱερομάρτυρα Ἀνανίαν, Ἀρχιεπίσκοπον Λακεδαιμονίας, καί τόν μακαριστόν Ἱερομόναχον Βησσαρίωνα (Κορκολιάκον), ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος.

 

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»


 

Πηγή: 

https://oagiosvissarionas.blogspot.com/

https://www.saint.gr/



ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

 Κατά τη διάρκεια του Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε τα περιστέρια πήγαν και κάθισαν στην εικόνα του Χριστού της βαπτίσεως.






Ο Άγιος Νεκτάριος και η 15η Ιανουαρίου

 

Ο Άγιος Νεκτάριος είναι θαυμαστώς συνδεδεμένος με την ημερομηνία της 15ης Ιανουαρίου. Είναι σημαίνουσα η ημερομηνία αυτή για την επί της γης βιωτή του Αγίου Νεκταρίου.

Κατ’ αυτήν, εν πρώτοις, στις 15 Ιανουαρίου 1847, δέχθηκε στην γενέτειρά του, την Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης, το ιερό μυστήριο της βάπτισης, και έλαβε το όνομα «Αναστάσιος», όνομα του θείου του, μόλις τρεισήμισι μήνες από τη γέννησή του, που είχε λάβει χώρα την 1 Οκτωβρίου 1846, στην ίδια πόλη.

Ίδια ημερομηνία, στις 15 Ιανουαρίου 1877, στην ώριμη ηλικία των 30 ετών, δυο μήνες μετά την κουρά του, «ο Λάζαρος Δ. Κεφαλάς, Μοναχός εκ Σηλυβρίας της Θράκης» (όπως σημειώνει ο ίδιος, ιδίαις χερσίν, στον Κώδικα του μοναστηριού Νέας Μονής Χίου) χειροτονείται διάκονος με το όνομα «Νεκτάριος» (λαβών δηλαδή το όνομα του Αγίου Νεκταρίου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, όστις είχε διαδεχθεί στον Οικουμενικό θρόνο τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Ναζιανζηνό).

Η χειροτονία του έγινε στον Μητροπολιτικό Ναό των Αγίων Μηνά, Βίκτωρος & Βικεντίου της πόλης της Χίου, από τον επιχώριο Μητροπολίτη Γρηγόριο.

Ω, του παραδόξου θαύματος, ίδια ημερομηνία, στις 15 Ιανουαρίου 1889, ημέρα Κυριακή, ο Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Κεφαλάς χειροτονείται Μητροπολίτης «της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως».

Η χειροτονία έγινε στον Πατριαρχικό Ι. Ναό του Αγίου Νικολάου Καΐρου, από τον Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, συλλειτουργούντων αυτώ και των Αρχιεπισκόπων πρώην Κερκύρας Αντωνίου και Σιναίου Πορφυρίου του Α΄.

Στο Μ. Κώδικα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, είναι γραμμένα δια χειρός του ιδίου του Πατριάρχου Σωφρονίου, τόσο το Υπόμνημα Εκλογής όσο και η Πράξη Χειροτονίας.

Τέλος, ίδια ημερομηνία, στις 15 Ιανουαρίου 1998, επί Πατριάρχου Αλεξανδρείας Πέτρου του Ζ΄, εγένετο η αποκατάσταση του Αγίου και Θεοφόρου Πατρός από την εκδιώξασαν Αυτόν Αλεξανδρινή Εκκλησία.

Τότε, Ιούλιο 1890, που χωρίς να λάβει γνώση των εναντίον του κατηγοριών, άνευ απολογίας, άνευ δικαστηρίου και χωρίς απόφαση Συνόδου, αποπέμπεται και εκδιώκεται από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας «ως ασεβής και επαναστάτης και δούλος πονηρός, κακά μελετήσας κατά της Εκκλησιαστικής του αρχής».

Και ζεί πλέον στην Αθήνα «φυτοζωών» στερούμενος και αυτού του επιουσίου άρτου, μόνος, έρημος, κατατρεγμένος, ο Άγιος αυτός Πατέρας !

Οπότε, μετά από 108 ολόκληρα έτη, την 15 Ιανουαρίου 1998, η περί τον Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας Πέτρον τον Ζ΄ Πατριαρχική Σύνοδος «διασκεψαμένη, εν φόβω Θεού, και της εικόνος του Αγίου ευρισκομένης εν τη Συνοδική Αιθούση, απεφήνατο δια την αποκατάστασιν της διασαλευθείσης κανονικής τάξεως και εξετήσατο την συγχώρησιν παρά του Αγίου Πατρός ημών Νεκταρίου δια τον διωγμόν και την αδικωτάτην κατ’ αυτού μήνιν, επηρεία του πονηρού».

Είθε, λοιπόν, και αυτήν την ημέραν, όπως και πάσαν ημέραν, να υμνούμε και να τιμούμε με ύμνους και ήχους εξαισίους, εν Εκκλησίαις και μη, και συγγραφές παντοίες, τον Άγιο του καιρού μας, τον «εν εσχάτοις χρόνοις φανέντα», και οι πρεσβείες του εν Αγίοις Πατρός ημών Νεκταρίου, Επισκόπου Πενταπόλεως, του Θαυματουργού, να χαρίζουν «ιάσεις παντοδαπάς τοις ευλαβώς κραυγάζουσι» το Άγιον όνομά Του.

Παναγιώτη Σ. Παναγιωτόπουλου, Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών

Πηγή: Romfea.gr


† Ο Άγιος Νικηφόρος ο λεπρός (04 Ιανουαρίου)


Βιογραφία

Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμο Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι, καστανοχώρι στα δυτικά του Νομού με υγιεινό κλίμα, με όμορφα δάση, πλούσια νερά, φαράγγια και σπήλαια. Το χωριό αυτό έχει μια ιδιομορφία που δεν την συναντούμε συχνά: είναι χωρισμένο σε ένδεκα γειτονιές, οι οποίες πήραν και το όνομα τους από τις οικογένειες που πρωτοκατοίκησαν εκεί. Έτσι ο Άγιος μας γεννήθηκε στην γειτονιά των Κωστογιάννηδων. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών, έφυγε από το σπίτι του. Ο παππούς του που είχε αναλάβει να τον μεγαλώσει τον πήγε στα Χανιά να εργαστεί εκεί σ’ ένα κουρείο για να μάθει την δουλειά. Τότε εμφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τους λεπρούς τους απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό.

Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγει τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ’ ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι’ αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος (βλέπε 15 Φεβρουαρίου).

Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 μ.Χ. σε ηλικία 24 ετών. Στο λεπροκομείο της Χίου, που ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Άγιου Λαζάρου, όπου φυλάσσονταν η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσονταν και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947 μ.Χ.).

Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραψε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Άγιου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζόμενων).

Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Άγιου Άνθιμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο οποίος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ’ αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φως του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τους Αποστόλους από στήθους.

Το 1957 μ.Χ. έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου και τους εναπομείναντες ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τους έστειλαν στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.

Εκεί, στον αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος, ο οποίος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν, αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνει όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη. Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο, στον οποίο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μοναχού Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Παραθέτομε μερικές μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν:

«Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν γόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία». «Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελαχίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ’ όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, διηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος». «Το πρόσωπο του, που ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο που έλεγε: Ας είναι δοξασμένο το άγιο Όνομα Του».

Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964 μ.Χ., κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευμένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου. Λαμπρό παράδειγμα και πρότυπο για όλους μας ο βίος του Οσίου Νικηφόρου, ήταν ευάρεστος στο Θεό διότι υπέμεινε πολλά. Για το λόγο αυτό και έχουμε πολλές μαρτυρίες: ότι ο Άγιος μας είχε δεχθεί από το Πανάγιο Πνεύμα το χάρισμα της διορατικότητας καθώς και πλήθος άλλων χαρισμάτων. Χρειάζεται επίσης να σημειώσομε ότι πλείστα είναι τα θαύματα που είναι καταγραμμένα καθώς μέχρι και σήμερα ο άγιος δίδει απλόχερα βοήθεια σε όποιον έχει ανάγκη. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα πολλά θαυμαστά που δεν θα έχουν έρθει στην επιφάνεια.

«Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πώς προσεύχεσθε; ...με την ευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, με το ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι να προσεύχεσθε. Έτσι είναι καλά» (πατήρ Νικηφόρος).

Ἀπολυτίκιον
Ήχος α΄.

Νικηφόρου Ὁσίου, τοῦ λεπροῦ τὰ παλαίσματα, καὶ τὴν ἐν ἀσκήσει ἀνδρείαν, κατεπλάγησαν Ἄγγελοι ὡς ἄλλος γὰρ Ἰὼβ τὰ ἀλγεινά, ὑπέμεινε δοξάζων τὸν Θεόν, νῦν δὲ δόξῃ ἐστεφάνωται παρ᾽ Αὐτοῦ, θαυμάτων διακρίσεσιν. Χαίροις τῶν Μοναστῶν χειραγωγέ, χαίροις φωτὸς ὁ πρόβολος· χαίροις ὁ εὐωδίας χαρμονήν, προχέων ἐκ λειψάνων σου.

Πηγή: http://www.saint.gr/



† Ο Άγιος Ξενοφών μετά της συμβίου του Μαρίας και των τέκνων Αρκαδίου και Ιωάννη (26 Ιανουαρίου)


Καὶ γῆν λιπόντας, τοὺς περὶ Ξενοφῶντα,
Ἁβρᾷ ξενίζω τοῦ λόγου πανδαισίᾳ.
Παισὶν ἅμ' ἠδ' ἀλόχῳ Ξενοφῶν θάνεν εἰκάδι ἕκτῃ.

Βιογραφία
Ο Όσιος Ξενοφών κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Ιουστίνου Α’ (518 - 527 μ.Χ.) και Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Ήταν πλούσιος συγκλητικός και διακρινόταν για την βαθιά ευσέβειά του προς τον Θεό. Είχε δύο παιδιά, τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη. Μόλις αυτά τελείωσαν τα εγκύκλια γράμματα, τα έστειλε στη Βηρυτό της Φοινίκης, για να μελετήσουν και να σπουδάσουν τη νομική επιστήμη. Καθ’ οδόν το πλοίο με το οποίο ταξίδευαν ναυάγησε. Διασώθηκαν όμως και μετέβησαν στα Ιεροσόλυμα όπου έγιναν μοναχοί. Οι γονείς τους, Ξενοφών και Μαρία, τους αναζήτησαν και πληροφορήθηκαν ότι διάγουν στην έρημο ασκητικό βίο, δόξασαν τον Θεό και αποταξάμενοι τον κόσμο, ακολούθησαν και αυτοί το μοναχικό βίο. Ο Ξενοφών, η γυναίκα του και τα παιδιά τους πρόκοψαν τόσο πολύ στην αρετή και στη φιλανθρωπία, ώστε τους αξίωσε ο Θεός να επιτελούν και θαύματα. Έτσι η θεία αυτή οικογένεια έζησε θεοφιλώς και κοιμήθηκε με ειρήνη.


Ἀπολυτίκιον
Ήχος δ'. Ό υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως γενεά ευλογητή τω Κυρίω, της ουρανίου ηξιώθησαν δόξης, ασκητικώς δοξάσαντες Χριστόν επί της γης. Ξενοφών ο Όσιος, και η τούτου συμβία, συν τοις αριστεύσασιν, ιεροίς αυτών τέκνοις, ους ευφημούντες είπωμεν φαιδρώς χαίροις Οσίων χορεία τετράριθμε.

Κοντάκιον
Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον
Την του βίου θάλασσαν διεκφυγόντες, Ξενοφών ο δίκαιος, συν τη συζύγω τη σεπτή, εν ουρανοίς συνευφραίνονται, μετά των τέκνων, Χριστόν μεγαλύνοντες.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον
Ἐν αὐλαῖς ἠγρύμνησας ταῖς τοῦ Δεσπότου, τοῖς πτωχοῖς σκορπίσας σου, τόν πλοῦτον Μάκαρ ἱλαρῶς, σύν τῇ συζύγῳ καί τέκνοις σου· διό κληροῦσθε τήν θείαν ἀπόλαυσιν.

Πηγή: http://saint.gr/

† Σύναξις των Αγίων Εβδομήκοντα Αποστόλων (4 Ιανουαρίου)


Περὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μᾶς πληροφορεῖ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον στο ι’ κεφάλαιον: «Μετὰ δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ Κύριος καὶ ἑτέρους ἑβδομήκοντα καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς ἀνὰ δύο πρὸ προσώπου αὐτοῦ εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ τόπον οὗ ἤμελλεν αὐτὸς ἔρχεσθαι. Ἔλεγεν οὖν πρὸς αὐτοὺς· ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι. Δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ, ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ. Ὑπάγετε· ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς ἄρνας ἐν μέσῳ λύκων. Μὴ βαστάζετε βαλλάντιον, μὴ πήραν, μηδὲ ὑποδήματα, καὶ μηδένα κατὰ τὴν ὁδὸν ἀσπάσησθε· εἰς ἣν δ’ ἂν οἰκίαν εἰσέρχησθε, πρῶτον λέγετε· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ καὶ ἐὰν ᾖ ἐκεῖ υἱὸς εἰρήνης, ἐπαναπαύετε ἐπ’ αὐτὸν ἡ εἰρήνη ὑμῶν· εἰ δὲ μήγε, ἐφ’ ὑμᾶς ἀνακάμψει… καὶ θεραπεύετε τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσθενεῖς, καὶ λέγετε αὐτοῖς· ἤγγικεν ἐφ’ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Τοὺς ἐξέλεξε ὁ Χριστὸς ὕστερα ἀπὸ τοὺς Δώδεκα, γιὰ νὰ βοηθοῦν τὸ σωτήριο ἔργο του καὶ νὰ διακονοῦν τὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τῆς πρώτης χριστιανικῆς περιόδου, προσπάθησαν νὰ τοὺς ταυτίσουν σταχυολογώντας πρόσωπα τῆς Καινῆς Διαθήκης, κυρίως ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων καθὼς καὶ ἀπὸ τὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἡ πρώτη ἀπόπειρα καταρτίσεως καταλόγων τῶν ὀνομάτων τῶν ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων ἔγινε σὲ ἀντίδραση ἐνεργειῶν τῶν Γνωστικῶν, οἱ ὁποίοι εἶχαν ἀνορθόδοξη καὶ ἐσφαλμένη ἀντίληψη περὶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς ἀδιάκοπης ἀποστολικῆς διαδοχῆς καὶ ἀποσκοποῦσε νὰ προβάλει πρόσωπα μὲ ἀναμφισβήτητο ἐκκλησιαστικὸ κύρος, ποὺ ἦσαν ἄμεσα συνεχιστὲς τοῦ ἔργου τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων.

Ἀπὸ τὴνἐποχὴ τοῦ πρώτου Σχίσματος (867 μ.Χ.), ὅταν τὸ «παπικὸν πρωτεῖον ἐξῆλθεν πλέον τῆς θεωρητικῆς καὶ ἀορίστου μορφῆς τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε διετήρει καὶ ἔλαβε πρακτικὴν καὶ ὡρισμένην μορφὴν ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας», προβάλλονται ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οἱ Ἑβδομήκοντα Ἀπόστολοι, σὲ ἀντίδραση στὶς γνωστὲς θέσεις τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα.

Γι’ αὐτό, ἂν καὶ ἕκαστος τῶν Ἀποστόλων ἑορτάζει σὲ τακτὴ ξεχωριστὴ ἡμέρα, ἡ Ἐκκλησία μας ὅρισε καὶ ἰδία ἡμέρα γιὰ τὴν κοινὴ ἑορτὴ αὐτῶν ποὺ κακοπάθησαν γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Αὐτοὶ εἶναι:

Ἄγαβος, προφήτης, ὁ ὁποῖος προεφήτευσε τὴν σύλληψη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τὸν μέγα λιμὸ εἰς Ἱερουσαλήμ († 8 Ἀπριλίου). Ἀκύλας, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, μετὰ τῆς σζύγου αὐτοῦ Πρισκίλλης, μαρτυρικὰ τελειωθέντες († 14 Ἰουλίου, † 13 Φεβρουαρίου). Ἀμπλίας, Ἐπίσκοπος Ὀδυσσουπόλεως (τῆς Μακεδονίας), ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ἐγκατασταθεὶς καὶ ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν ἀναιρεθείς († 31 Ὀκτωβρίου). Ἀνανίας, μαθητὴς τοῦ Κυρίου στὴ Δαμασκό, συναντήσας, καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ Κυρίου, τὸν Σαούλ (Παῦλο) τυφλωθέντα, τὸν ὁποῖο ἐθεράπευσε καὶ ἐβάπτισε. Ἔγινε Ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ, τελειωθεὶς διὰλιθοβολισμοῦ († 1 Ὀκτωβρίου). Ἀνδρόνικος, Ἐπίσκοπος Πανονίας († 17 Μαΐου, † 30 Ἰουλίου, 22 Φεβρουαρίου εὕρεσις λειψάνων). Ἀπελλῆς, Ἐπίσκοπος Σμύρνης († 10 Σεπτεμβρίου). Ἀπελλῆς (ἕτερος ἢ ὁ προηγούμενος), Ἐπίσκοπος τῆς ἐν Θράκῃ Ἡρακλείας († 31 Ὀκτωβρίου). Ἀπολλώ(ς), Ἐπίσκοπος Καισαρείας († 8 Δεκεμβρίου). Ἀπφία(ς) (ἢ Ἀπφίων)· σαφῶς πρόκειται περὶ γυναίκας Ἀποστόλου, τὴν ὁποία ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλήμονα ἐπιστολή: «καὶ Ἀπφίᾳ τῇ ἀγαπητῇ». Συνεμαρτύρησε μετὰ τῶν Ἀποστόλων Φιλήμονος, Ἀρχίππου καὶ Ὀνησίμου ἐπὶ Νέρωνος (φέρεται ὡς σύζυγος τοῦ Φιλήμονος) († 22 Νεομβρίου, † 19 Φεβρουαρίου). Ἀρίσταρχος, Ἐπίσκοπος τῆς ἐν Συρίᾳ Ἀπαμείας,ἀποκεφαλισθεὶς ὑπὸ Νέρωνος († 27 Σεπτεμβρίου, † 14 Ἀπριλίου). Ἀριστόβουλος, Ἐπίσκοπος Βρεττανίας, ἀδελφὸς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα († 31 Ὀκτωβρίου, † 15 Μαρτίου). Ἀρτεμᾶς, Ἐπίσκοπος Λύστρων († 30 Ὀκτωβρίου). Ἄρχιππος, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἰς Κολοσσάς. Ἐτελειώθηκε μαρτυρικὰ ὑπὸ Νέρωνος († 22 Νεομβρίου, † 19 Φεβρουαρίου). Ἀσύγκριτος, Ἐπίσκοπος Ὑρκανίας, ἐτελειώθηκε μαρτυρικῶς († 8 Ἀπριλίου). Ἀχαϊκός, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν Κόρινθο, ἐτελειώθηκε ἀπὸ λιμὸ καὶ δίψα († 15 Ἰουνίου). Βαρνάβας ἢ Ιωσῆς, Κύπριος τὴν πατρίδα, ἀπὸ τοὺς ἑλληνιστὲς Ἑβραίους τῆς νήσου καὶ ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Λευΐ. Ἀπὸ Ἰωσῆς, γιὰ τὸ γλυκύ του κήρυγμα, μετονομάσθηκε Βαρνάβας, που σημαίνει «υἱὸς παρακλήσεως». Συνέκδημος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἐκήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Ἀντιόχεια, Ἱερουσαλὴμ, Ρώμη, Ἀλεξάνδρεια καὶ Κύπρο, ὅπου ἐλιθοβολήθηκε καὶ παραδόθηκε στὸ πῦρ. Εἶναι ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπου († 11 Ἰουνίου). Γάϊος, Ἐπίσκοπος Ἐφέσου († 5 Νοεμβρίου). Ἐπαινετός, Ἐπίσκοπος Καρθαγένης († 30 Ἰουλίου). Ἐπαφρόδιτος (ἢ Ἐπαφρᾶς), Ἐπίσκοπος Κολοφῶνος ἢ Κολώνης ἢ Ἀδράκης († 8 Δεκεμβρίου). Ἔραστος, οἰκονόμος τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων καὶ Ἐπίσκοπος Πανεάδος († 10 Νοεμβρίου). Ἑρμᾶς, Ἐπίσκοπος Φιλίππων ἢ Φιλιππουπόλεως († 5 Νοεμβρίου). Ἑρμῆς, Ἐπίσκοπος Δαλματίας († 8 Μαρτίου). Εὔβουλος, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 28 Φεβρουαρίου). Εὔοδος, Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, διάδοχος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου († 7 Σεπτεμβρίου). Ζακχαῖος, ἀρχιτελώνης τῆς Ἱεριχώ, τὸν ὁποίον ἐκάλεσε ὁ Κύριος († 20 Ἀπριλίου). Ζηνᾶς ἢ Ζήνων, Ἐπίσκοπος Διοσπόλεως τῆς Λαοδικείας († 27 Σεπτεμβρίου). Ἡρωδίων καὶ Ροδίων ἢ Ρόδιος, Ἐπίσκοπος Νέων Πατρῶν, ἀκόλουθος τῶν Ἀποστόλων,ἐτελειώθηκε μαρτυρικὰ ὑπὸ Ἰουδαίων καὶ ἐθνικῶν ἢ Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ, ἀκόλουθος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στὴ Ρώμη, ἀποκεφαλίσθηκε ὑπὸ Νέρωνος μετὰ τοῦ Ὀλυμπᾶ († 28 Μαρτίου, † 8 Ἀπριλίου, † 10 Νοεμβρίου). Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ἀδελφὸς τοῦ Κυρίουκαὶ υἱὸς Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος, συγγραφεὺς τ[ςη φερωνύμου Καθολικῆς Ἐπιστολῆς καὶ πρῶτος Ἱεράρχης Ἱεροσολύμων. Ὁ Ἅγιος ἐτελειώθηκε μαρτυρικῶς ὑπὸ Ἰουδαίων († 23 Ὀκτωβρίου καὶ Κυριακὴ μετᾶ τὴν Χριστοῦ γέννησιν). Ἰάκωβος ὁ Ἀλφαίου ἢ Ἀλφαῖος, ἀδελφὸς Ματθαίου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ († 9 Ὀκτωβρίου, † 26 Μαΐου). Ἰάσων, Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 29 Ἀπριλίου). Ἰούδας ὁ Ἰακώβου ἢ Θαδδαῖος καὶ Λεββαῖος, ἀδελφὸς κατὰ σάρκα τοῦ Κυρίου καὶ υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος, ἀδελφὸς δὲ γνήσιος Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου († 19 Ἰουνίου, † 21 Αὐγούστου). Ἰουνία(ς)· πρόκειται περὶ ἀνδρὸς Ἀποστόλου, τὸν ὁποῖο ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή: «ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ Ἰουνίαν τοὺς συγγενεῖς μου καὶ συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις». Δυστυχῶς στοὺς Συναξαριστὲς ἐθεωρήθηκε ὡς γυναίκα, ἐνῷ σὲ πολλοὺς κώδικες γράφεται ὀρθῶς: «(Ἀνδρόνικος) συνεπόμενον ἔχων καὶ τὸν ὑπερθαύμαστον Ἰουνίαν». Καὶ τὸ δίστιχο μαρτυρεῖ: «Ἰουνία(ς) τέθνηκε μηνὶ Μαΐῳ, ὃς πρῶτος ἐστὶν εἰσιὼν Ἰουνίου» († 17 Μαΐου, † 22 Φεβρπυαρίου – εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων). Ιοῦστος ἢ Ἰωσὴφ ἢ Βαρσαββᾶς ἢ Ἰησοῦς ἢ Ἰωσῆς, Ἐπίσκοπος Ἐλευθερουπόλεως, ὁ σύμψηφος γενόμενος τοῦ Ματθίου, ὁ ἀδελφόθεος († 30 Ὀκτωβρίου). Καῖσαρ, Ἐπίσκοπος Κορώνης († 8 Δεκεμβρίου). Κάρπος, Ἐπίσκοπος Βερόης ἢ Βεροίας τῆς Θράκης († 26 Μαΐου). Κηφᾶς († 8 Δεκεμβρίου). Κλήμης, Ἐπίσκοπος Σαρδέων ἢ Σαρδικῆς († 10 Σεπτεμβρίου). Κοδρᾶτος, Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν. Ἐτελειώθηκε μαρτυρικὰ στὴ Μαγνησία († 21 Σεπτεμβρίου). Κουᾶρτος, Ἐπίσκοπος Βηρυτοῦ (†10 Νοεμβρίου). Κρήσκης, Ἐπίσκοπος Καρχηδόνος († 30 Ἰουλίου). Λίνος, Ἐπίσκοπος Ρώμης μετὰ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο († 5 Νοεμβρίου). Λουκᾶς ἢ Λούκιος, Ἐπίσκοπος τῆς ἐν Συρίᾳ Λαοδικείας, δάφορος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, «ὃν ὁ μακάριος Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολῇ μαρτυρεῖ» († 10 Σεπτεμβρίου). Μᾶρκος, ὁ καὶ Ἰωάννης, Ἐπίσκοπος Βύβλου τῆς Ἀντιόχειας, διάφορος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ «οὗ ὁ ἈπόστολοςΛουκᾶς ἐν ταῖς Πράξεσι μέμνηται» († 27 Σεπτεμβρίου). Μᾶρκος (ἕτερος), ἀνεψιὸς τοῦ Βαρνάβα, Ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος, διάφορος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ τοῦ προηγουμένου, «οὗ ὁ Ἀπόστολος ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς μέμνηται» († 30 Ὀκτωβρίου). Ματθίας, ὁ διᾶ κλήρου ἀναπληρώσας Ἰούδα τὸν προδότη καὶ συγκαταριθμηθεὶς στοὺς Δώδεκα († 9 Αὐγούστου). Νάρκισσος, Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν. Ἐτελειώθηκε μαρτυρικά († 31 Ὀκτωβρίου). Νικάνωρ, διάκονος ἐκ τῶν ἑπτά, τελειωθεὶς τὴν αὐτὴ ἡμέρα μετὰ τοῦ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου († 28 Ἰουλίου). Νυμφᾶς, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 28 Φεβρουαρίου). Ὀλυμπᾶς, ἀκόλουθος τοῦ Ἀποστόλο Πέτρου στὴ Ρώμη, ἀποκεφαλίσθηκε ὑπὸ Νέρωνος μετὰ τοῦ Ροδίωνος († 10 Νοεμβρίου). Ὀνήσιμος, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἐτελειώθηκε μαρτυρικὰ στοὺς Ποτίολους († 15 Φεβρουαρίου, † 22 Νοεμβρίου). Ὀνησιφόρος, Ἐπίσκοπος Κολοφῶνος, συνεργὸς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 7 Σεπτεμβρίου, † 8 Δεκεμβρίου). Οὐρβανός, Ἐπίσκοπος Μακεδονίας, ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ἐγκατασταθεὶς καὶ ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν ἀναιρεθείς († 31 Ὀκτωβρίου). Παρμενᾶς, διάκονος ἐκ τῶν ἑπτά († 28 Ἰουλίου). Πατρόβας, Ἐπίσκοπος Ποτιόλων († 5 Νοεμβρίου). Πούδης, ἀκόλουθος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο ἐπὶ Νέρωνος († 14 Ἀπριλίου). Πρόχορος, διάκονος ἐκ τῶν ἑπτά, Ἐπίσκοπος Νικομηδείας, συνεργὸς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου καὶ στὴ συγγραφὴ τοῦ Εὐαγγελίου († 28 Ἰουλίου). Ροῦφος, Ἐπίσκοπος Θηβῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐτελειώθηκε μαρτυρικά († 8 Ἀπριλίου). Σίλας, Ἐπίσκοπος Κορίνθου, συνεργὸς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 30 Ἰουλίου). Σιλουανὸς, Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, συνεργὸς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 30 Ἰουλίου). Σίμων ἢ Συμεὼν ἢ Κλεόπας, ὁ ἀδελφόθεος, δεύτερος Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, υἱὸς Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος καὶ ἀδελφὸς Ἰακώβου. Ὁ Ἅγιος ἐσταυρώθηκε ἐπὶ Τραϊανοῦ († 27 Ἀπριλίου, † 30 Ὀκτωβρίου). Στάχυς. Ἐπίσκοπος (πρῶτος) Βζαντίου, κατασταθεὶς ὑπὸ Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου († 31 Ὀκτωβρίου). Στεφανᾶς, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 15 Ἰουνίου). Στέφανος, πρωτομάρτυρας καὶ ἀρχιδιάκονος. Ἐτελειώθηκε διὰ λιθοβολισμοῦ († 27 Δεκεμβρίου, † 2 Αὐγούστου, † 15 Σεπτεμβρίου). Σωσθένης, Ἐπίσκοπος Κολοφῶνος († 8 Δεκεμβρίου). Σωσίπατρος, Ἐπίσκοπος Ἰκονίου, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 10 Νεομβρίου, † 29 Ἀπριλίου). Τέρτιος, Ἐπίσκοπος Ἰκονίου, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 30 Ὀκτωβρίου). Τιμόθεος, Ἐπίσκοπςο Ἐφέσου, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τελειωθεὶς μαρτυρικά († 22 Ἰανουαρίου). Τίμων, διάκονος ἐκ τῶν ἑπτά, Ἐπίσκοπος Βόστρων, τελειωθεὶς μαρτυρικά († 28 Ἰουλίου). Τίτος, Ἐπίσκοπος Γορτύνης τῆς Κρήτης, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 25 Αὐγούστου). Τρόφιμος, ἀκόλουθος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο ἐπὶ Νέρωνος († 14 Ἀπριλίου). Τυχικός, Ἐπίσκοπος Χαλκηδόνος ἢ Κολοφῶνος, ἀκόλουθος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου († 8 Δεκεμβρίου). Φιλήμων, Ἐπίσκοπος Γάζης, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τελειωθεὶς μαρτυρικὰ στὶς Κολοσσὲς ἐπὶ Νέρωνος († 19 Φεβρουαρίου, † 22 Νοεμβρίου). Φίλιππος, διάκονος ἐκ τῶν ἑπτά, ἐκ Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης, ὁ ὁποῖος ἐβάπτισε Σίμωνα τὸν Μάγο καὶ τὸν Εὐνοῦχο τῆς Κανδάκης († 11 Ὀκτωβρίου). Φιλόλογος, Ἐπίσκοπος Σινώπης, κατασταθεὶς ὑπὸ Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου († 5 Νοεμβρίου). Φλέγων, Ἐπίσκοπος Μαραθῶνος. Ἐτελειώθηκε μαρτυρικά († 8 Ἀπριλίου). Φουρτουνᾶτος, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἐτελειώθηκε μαρτυρικά (†15 Ἰουνίου).

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’.

Ἀπόστολοι ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.

Θείας πίστεως, τῷ ἀμφιβλήστρῳ, ἐζωγρήσατε, ἐθνῶν ἀγέλας, Ἑβδομήκοντα Κυρίου Ἀπόστολοι, πρὸς εὐσεβείας τὴν θείαν ἐπίγνωσιν, ὡς δεδεγμένοι τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος. Μύσται ἔνθεοι, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Πηγή: http://xristianos.gr//